Για τη συλλογή διηγημάτων του Αλέξανδρου Στεφανίδη,
Το χάδι (εκδ. Αγρα)
Τα διηγήματα με τα οποία ο Αλέξανδρος Στεφανίδης εισέρχεται στον χώρο των γραμμάτων δεν ξεπερνούν τις πενήντα σελίδες. Αρθρώνονται μεταξύ τους σε μια ενιαία ιστορία, ενός παιδιού που μεγαλώνει στο Ορφανοτροφείο μέσα στη Χούντα και στη Μεταπολίτευση. Η έντασή τους όμως είναι τέτοια που, όταν ο αναγνώστης φτάνει στο τέλος, νιώθει ματαίωση, θα ήθελε μια συνέχεια, λίγες σελίδες ακόμη. Κι αυτό δεν συμβαίνει συχνά με τα λογοτεχνικά έργα, πολλώ μάλλον των πρωτοεμφανιζομένων.
Η ιστορία που συνθέτουν τα δώδεκα συντομότατα διηγήματα, όλα σαν ταινίες μικρού μήκους, είναι μια ιστορία βίας, διαρκούς βιασμού. Αυτή η βία εισβάλλει ορμητικά στο πρώτο διήγημα ήδη, με το γεγονός που αλλάζει τη ζωή του αφηγητή: ο πατέρας του αποπειράται να σκοτώσει με δεκατρείς μαχαιριές τη μητέρα του, οδηγείται στη φυλακή κι εκεί πεθαίνει, αφήνοντάς του το ρολόι και το δαχτυλίδι του δεν μαθαίνουμε ποτέ αν φτάνουν στα χέρια του. Κανείς δεν ξέρει την αιτία της φονικής μανίας του. Μόνο το βίαιο του χαρακτήρα του, που επιτείνεται μετά την αρρώστια και την οικονομική του καταστροφή, όταν ο συνεταίρος του τον ρίχνει. Μέσα σε λίγες γραμμές, ο Στεφανίδης περιγράφει την κατάρρευση ενός άντρα που «φυσούσε όταν εμφανιζόταν στο λιμάνι με τα μεταξωτά κοστούμια και ξόδευε τα βράδια του στα μπουζούκια με διάφορες γυναίκες». Δεν αντέχει την αρρώστια, τη φτώχεια, τη φυλακή. Έχει αδυναμία στον γιο του. Η αμηχανία της συνάντησης, ο δισταγμός του παιδιού απεικονίζουν τη ρήξη. Λιγοστές κινήσεις, σύντομες προτάσεις, κάποτε μια λέξη μόνο ή το πολύ δυο, αισθήματα συγκρατημένα ή απροσδιόριστα, ειδικά του παιδιού, όπως τα περιγράφει πια ο ώριμος αφηγητής μαθητεία πολύτιμη στους μεγάλους του διηγήματος, αλλά τόσο δημιουργική. Νίκος και Βαγγελία, οι πρωταγωνιστές του δράματος που σφραγίζει τη ζωή του. Μάλλον προς τη μητέρα η κλίση του. Η οποία για να γίνει καλό παιδί και να μην τριγυρνάει τα μεσημέρια στη γειτονιά θα τον βάλει στο ορφανοτροφείο. Εκεί θα γίνει από παιδί νούμερο, το εκατό. Και κατά τη μητέρα του καλό παιδί.
Η απόλυτη απογύμνωση του κειμένου το πυρπολεί. Περιγράφονται οι πράξεις, οι κινήσεις. Τα αισθήματα πιέζονται μέσα στα ρήματα και τα ουσιαστικά που κυριαρχούν, στριμώχνονται στις εικόνες με κινηματογραφική τεχνική. Όπως στο «Γαλατάκι», τη μοναδική πολυτέλεια μαζί με τον φακό και το ραδιοφωνάκι που γίνεται κομμάτια παρέα και μαζί μεταβατικό αντικείμενο, όταν το παρακολουθούμε να χύνεται στο πάτωμα, σταγόνα σταγόνα, να στάζει όπως δεν στάζουν τα δάκρυα του αφηγητή, να το απορροφά το μωσαϊκό. Το κρύο, η πείνα, η απελπισία συμπυκνώνονται σε τρία-τέσσερα επίθετα-μετοχές. Στάθηκε
μουδιασμένος, ακίνητος. Ξάπλωσε βαρύς. Έμεινε για ώρα ξύπνιος.
Η αγάπη για τη μητέρα δεν δηλώνεται, υπονοείται. Μαζί με όλα τα ερωτήματα που τριγυρίζουν στο μικρό κεφάλι, αυτά που κάποια στιγμή, πολύ αργότερα, συνοψίζονται απευθυνόμενα στον μεγαλύτερο φίλο: «γιατί βρισκόμαστε σ αυτές τις άθλιες συνθήκες του Ορφανοτροφείου;». Όλα λέγονται με τη μεγαλύτερη οικονομία, ελλειπτικά. Ο θείος κάνει κουμάντο και η μάνα δουλεύει στις εξωτερικές δουλειές. Ο ασυρματιστής σημαίνει το τέλος της σχέσης με τη μητέρα, με δική της υπαιτιότητα πάντα, στα εννιά του χρόνια. Το ξύλο καταλήγει να φαίνεται το πιο εύκολο σε σχέση με τα υπόλοιπα. Το λυτρωτικό κλάμα του αποχωρισμού όχι από τη νεκρή μητέρα στο τέλος, αλλά από την απουσία της. Γιατί ο τίτλος είναι μια λέξη κενή, ανάμνηση και διαρκές απωθημένο. Η μνήμη μαχαίρι. Οι φωτεινές αχτίδες, τόσες όσες. Κι ο λόγος δεν αλλάζει τίποτα, απλώς σχεδιάζει τα περιγράμματα του προσώπου. Ούτε στο «Γ΄ Νεκροταφείο» τελειώνει τίποτα. Όλα έχουν τελειώσει πολύ νωρίτερα. Σε ένα άρτιο τεχνικά, παλλόμενο κείμενο.
Καθημερινή 15-12-2013