Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Πέτρου,
Α΄ Παθολογική (εκδ. Μικρή Άρκτος)
Στην πρώτη του συλλογή, ο Δημήτρης Πέτρου αυτοπαρουσιάζεται. Άντρας που αποφασίζει να μείνει σπίτι νοσταλγώντας τους δρόμους των συναντήσεων, αναδεχόμενος όλα τα στερεότυπα των έμφυλων προσδιορισμών, διαβάζει την προσωπική του ιστορία σε οικογενειακές φωτογραφίες με κενά κι άλλες που λείπουν από τους τοίχους· σε σχολικές φωτογραφίες, διακοπών, κι άλλες που μπροστά μας εμφανίζει. Άντρας ποιητής, που όταν δεν έβαφε τοίχους ίδρωνε για τον επιούσιο και σπαταλούσε στις ερημιές τη φωνή του. Έσκιζε τις σελίδες όπου κατέφευγε το ποίημα κι αυτό του έκοβε την καλημέρα, χάραζε τον δικό του δρόμο και αρρώσταινε όσους το ακουμπούσαν. Παρηγορούσε τον Γκόρκι που έκλαιγε στον ώμο του για την αδικία, μιας και ο χρόνος, προσωπικός και συλλογικός, κυλάει σαν ιμάντας παραγωγής, λήγει, τροχοδρομεί, είναι ένα αμάξι δίχως λάστιχα. Ξέρει πόσο οι υπαινιγμοί κι οι εικόνες χάνουν τη δύναμή τους, ακόμα και το φεγγάρι έχει αρρωστήσει από τις παρομοιώσεις του και τις ξερνά· πόσο τα καλά αισθήματα κι η αθωότητα δεν επαρκούν πόσο μέσα στον κόσμο είναι ο ποιητής, μέσα στην Ιστορία, καθώς ξεδιπλώνεται η δική του ιστορία, κλεισμένη αναπόδραστα σε κύκλο, από το εξώφυλλο στο οπισθόφυλλο, από τη νύχτα που χύνεται σα λαδομπογιά στον ζόφο της ματαιοδοξίας, της ανιστόρητης πίστης στο τέλος της Ιστορίας και όλων των ιστοριών. Η νθολογία, ως ειρωνική μεταφορά καταξίωσης, που επανέρχεται συχνά στα βιβλία των νέων ποιητών, κλείνει τη συλλογή ως εκ του αντιθέτου διακήρυξη ευθύνης: «Τι να σου κάνω κι εσένα, ποιητή μου; / Πνιγμένος στον βυθό μιας ανθολογίας. / Με σκυμμένο κεφάλι έγραφες / το τέλος της ιστορίας.»
Φωτογραφίες και το νύγμα του βιώματος. Μορφές πατρικές, που
λείπουν από φωτογραφίες, και οι φωτογραφίες από τους τοίχους, χωρίς αυτό να αναιρεί τη διαρκή συνάφειά τους με το ποιητικό υποκείμενο. Απείθαρχος πατέρας, που πηδάει από το παράθυρο, παππούς που δραπετεύει και αφήνει το σχήμα τους σώματός του στα χωράφια, καλοφαγάς προπάτωρ με νάυλον γραβάτα που δεν λέει να λιώσει, αποκαθηλωμένος προ πολλού από το σαλόνι. Π μητέρα έχει έγνοια αν φεύγει την ώρα τη σωστή κι αυτή η ώρα δεν υπάρχει. Η Μαρία υπάρχει πάντα στο τηλέφωνο αλλά και κάτω από φωτογραφίες, άφωνη μόνο, και η Άννα τετρακόσια χρόνια ερωτευμένη κι άρρωστη - το ’χουν οι Αννούλες στα μέρη αυτά φαίνεται ν’ αρρωσταίνουν κι οι Ιωάννες ν’ ακούνε φωνές. Ο αδελφός ανεβοκατεβαίνει στα σύννεφα τους φάρους και τον χρόνο. Γεράκια επιχειρούν με μεξικάνικα σάλια, μπάλες παιδικές χάνονται στο διάστημα, ο θάνατος πηγαίνει κι έρχεται, ο χρόνος και ο χώρος διαστέλλονται και συστέλλονται στον ρυθμό των αισθημάτων, μετρημένων όπως και να έχει, και των αισθήσεων. Στον ρυθμό μιας μουσικής παρακολουθητικής της απώλειας και ρυθμιστικής του στίχου.
Ο Πέτρου προσέρχεται στο ποιητικό πεδίο ώριμος. Η ανακλαστικότητα των λέξεων που διεκδικεί κόντρα στη σύμβαση της αβίωτης ζωής ζωογονεί τα ποιήματα, σκάβοντάς τα. Π φύση, οι απολιθωμένες, ανενεργές αναπαραστάσεις της, η ανανέωση της αντίληψης και η ρητορική ανανέωση, το σπίτι του ποιητή κι εκείνο του ποιήματος, το δωμάτιο κι ο δρόμος. Δεν υπάρχει τέλος στις ιστορίες, μόνο χρόνος κυκλικός και λίστες αναμονής. Ούτε τελειώνουν τα παραμύθια με τους δράκους. Ίσως γι’ αυτό χρειαζόμαστε διαρκώς καινούργια και, κυρίως, αλλιώτικα. Στοχαστικά, ανακλαστικά, δραστικά, σαν αυτά που μας υπόσχεται ο Πέτρου.
Τα ποιητικά, Τεύχος 15, Σεπτέμβριος 2014