Για τη συλλογή δοκιμίων του Γιώργου Μπλάνα,
Το ποιητικό συμβάν (εκδ. Γαβριηλίδης)
Διαβάζω τα κείμενα του πολύ καλού ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα, γραμμένα και δημοσιευμένα σε συγκεκριμένες περιστάσεις, και επιβεβαιώνω πόσο τα ερωτήματα επανέρχονται με νέες μορφές, μαζί κι οι απαντήσεις. Και πόσο οι εποχές συνομιλούν ενίοτε, μυστικά ή περισσότερο φανερά, μέσα από αυτά τα ίδια τα κείμενα, κι ακόμη περισσότερο τα ποιήματα, τα έργα. Διαβάζω για τη σχέση της ποίησης με τη φιλοσοφία, που τις συνδέει η αλήθεια, διαφωνώ με τη λέξη «πληροφορία», όταν ο καλός ποιητής αντιπροτείνει στο δίπολο ποίηση-φιλοσοφία το δίπολο φιλοσοφία-πληροφορία, αφού η πληροφορία δεν είναι γνώση και η διάκριση έχει σημασία στην ψηφιακή εποχή μας. Το συνδυάζω με τα δύο τελευταία κείμενα, την ανάγνωση του Κρητικού του Σολωμού και του Κορακιού του Πόε με άξονα τη φιλοσοφία, το υπάρχον και το αισθητικό ζητούμενο, που καταλήγει στον ορισμό του ποιητικού συμβάντος, το οποίο τιτλοφορεί το βιβλίο: «το άνοιγμα της συνείδησης στο έλλειμμα του υπάρχοντος». Και σκάφτομαι βέβαια τον ρομαντισμό, τον γερμανικό ρομαντισμό από τον οποίο επηρεάστηκε ο Σολωμός και επιζητούσε τη συναίρεση της τέχνης με τη φιλοσοφία, προβάλλοντας την ίδια στιγμή το απόσπασμα ως μοναδικό τρόπο ύπαρξης του απόλυτου. Το απόσπασμα όχι ως θραύσμα, αλλά ως σπόρο πληρότητας και ολοκλήρωσης. Κι από τον γερμανικό ρομαντισμό, περνώ στον αγγλικό, με τον Μπάιρον και την παραφορά του· τον μαινόμενο Μπάιρον που τόσο ωραία τον παρομοιάζει ο Μπλάνας με τον Αχιλλέα: παιδιά κι οι δύο, οργισμένα με την πραγματικότητα που αντιστέκεται στην επιθυμία τους, αλλά εμμένουν στις αξίες της κοινότητας, διατηρώντας την προσωπική τους αξιοπρέπεια. Ο Μπλάνας λέει, βέβαια, ότι η στάση του Μπάιρον, «το μαινόμενο πνεύμα της αθωότητας που δεν μπορεί να δεχθεί τίποτα το παγιωμένο, θεσμοθετημένο, ασάλευτο και δεν μπορεί να κρατηθεί μακριά από καμιά όψη του κόσμου και της ζωής», δεν έχει τίποτα το ρομαντικό, αλλά είναι ένα «αμιγές λυρικό και πολιτικό μένος εντός του κόσμου και με στόχο τον κόσμο». Αυτό το μένος άραγε δεν εμπίπτει στη ρομαντική αισθητική της καθολικής συναίρεσης των ορατών και των αοράτων, των αντιθέτων, της φύσης, του ανθρώπου και του κόσμου, της αναζήτησης του απόλυτου;
Ανοίγω κουβέντα με τον Μπλάνα στα περιθώρια των σελίδων, τα ζητήματα καίνε, ο ρομαντισμός είναι εδώ και πάλι, όχι στην αναιμική του εκδοχή, τη μελαγχολική και ανούσια, αλλά στην πλέον δυναμική και γνήσια, αυτή που έθρεψε τον πρώιμο αντικαπιταλισμό που συναιρέθηκε με τον μαρξισμό και την ολιστική του αντίληψη της Ιστορίας. Ως αίτημα του απόλυτου, αίτημα αληθείας, ως συνάντηση με την πρωτοπορία που κάποτε υπήρξε με έναν τρόπο η φυσική του συνέχεια αλλά και την άλλη, αυτή που θα έρθει και ίσως δεν θα την αναγνωρίσουμε. Όπως εδώ είναι και η αναζήτηση αυτής της πρωτοπορίας, στην ποίηση πολλών νεότερων ποιητών, αλλά όχι μόνο, στην ίδια την ποίηση του Μπλάνα που διερευνά τη σχέση του κλασικού με τον ρομαντικό σε πλαίσιο μοντερνιστικό, με ενσωματωμένα τα πρωτοποριακά προτάγματα. Όπως εδώ είναι και θα είναι η ποίηση, έστω και σε αμηχανία, αλλά όχι σε αδυναμία όπως λέει, λειτουργώντας αναπόδραστα μετά το 1989 ως «όχημα του ανθρώπινου αυτοπροδιορισμού».
Πόσο επίκαιρη η περιγραφή της στάσης του φιλελεύθερου, του εκπροσώπου της μεσαίας τάξης, όταν μιλά για ποίηση αλλά και πολιτική και παριστάνει τον επιστήμονα και τον αντικειμενικό - ενώ αναμασάει ανοησίες εκτός του αισθητικού αλλά και του πολιτικού πεδίου εντέλει, όπως κάποια κείμενα για τον Ρίτσο πρόσφατα. Τον μεγάλο λυρικό που ο Μπλάνας υμνεί με αναφορά στις καταβολές του, τον ρωσικό φουτουρισμό, τη λαϊκή ποίηση, τον ουλτραϊσμό. Πόσο ενδιαφέρον έχει να προσλάβει κανείς από κοινού την ορμή του ποιητικού μανιφέστου του Μπογκντάνοφ, που θεωρεί κληρονομιά της προλεταριακής ποίησης όλη την ομορφιά της παράδοσης, ασχέτως πρόσημου ιδεολογικού-ταξικού, στον βαθμό που την αφομοιώνει και την επαναπροσδιορίζει, με τον επαναστατικό βορτικισμό, που διακηρύσσει ότι στη δίνη του ποιήματος συρρέει ορμητικά «όλο το ενεργοποιημένο παρελθόν, όλο το
παρελθόν που είναι ζωντανό κι αξίζει να ζει». Διαφέρει ο λαός και η φυλή, αλλά μένει η ριζοσπαστική αφομοίωση του παρελθόντος, της οποίας η πλέον ριζική μεταφορά παραμένει η ανθρωποφαγία του Βραζιλιάνου Αντράντε, το μεσοπολεμικό μανιφέστο του - το οποίο δημοσιεύουμε στο παρόν τεύχος, σε μετάφραση του Γ. Μπλάνα.
Πόσο δίκιο έχει δε για την αξιολόγηση της ποίησης της εποχής μας, μιας εποχής μεταβατικής, όπου σε όλα τα επίπεδα κάτι αργοπεθαίνει και κάτι άλλο γεννιέται αργά και δύσκολα, ότι δεν μετριέται με τους κανόνες του παρελθόντος, αλλά με εκείνους του μέλλοντος, τους οποίου κανείς δεν μπορεί ούτε καν να διανοηθεί, αφού δεν έχουν γραφτεί τα έργα που θα τους επιβάλουν. Και κάτι ακόμη, σε σχέση με τον νεοφορμαλισμό, καθ'όλα θεμιτό κι ενδιαφέροντα, που όμως πολλές φορές επιτίθεται στον ελεύθερο στίχο απλώς και μόνο επειδή κάποιοι θιασώτες του είναι ανίκανοι «να αποκαλύψουν νέες όψεις της πραγματικότητας».
Κλείνω το βιβλίο και στέκομαι στα ερωτήματα, όχι στις απαντήσεις, καθώς αυτά ορίζουν πραγματικά τη διαρκή επικαιρότητά του, με τρόπο διαφορετικό αλλά συναφή με εκείνον της ποίησης, του ποιητικού συμβάντος. Τώρα που τα δοκίμια είναι πια ελεύθερα και κυκλοφορούν δωρεάν και στο διαδίκτυο.
Τα ποιητικά, Τεύχοςσ 15, Σεπτέμβρης 2014