Για το μυθιστόρημα του Μικέλε Σέρρα,
Το παιδί-αγελάδα (εκδ. Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)
Ο Μικέλε Σέρρα, δημοσιογράφος ο ίδιος, έγραψε ένα μυθιστόρημα για πράγματα που, όπως φαίνεται, γνωρίζει πολύ καλά, για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Θέμα του, οι δύο όψεις της σαγήνης των Μέσων, όπως την ορίζει το κοινό αφενός και οι άνθρωποι που τα χειρίζονται αφετέρου, στην τυπικά αμφίδρομη διαδικασία της επικοινωνίας τους.
Ο ήρωας του μυθιστορήματος, Αντόνιο Λαντέρι, είναι εκδότης και διευθυντής της μεγαλύτερης αριστερής εφημερίδας της Ιταλίας και έχει χτίσει την καριέρα του με πολύ κόπο. Μας αφηγείται τη ζωή του in medias res, από τη στιγμή που αρχίζει να υποφέρει από γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, μια πάθηση που έχει άμεση σχέση, όπως θα αποδειχθεί, με τα αισθήματά του. Παράλληλα, πάσχει από μια ιδιόμορφη επιλεκτική αμνησία, η οποία του επιτρέπει να ανατρέχει στο απώτερο παρελθόν και του στερεί την εικόνα των πιο πρόσφατων ενεργειών και λεγομένων του ή των σταθερών εκείνων στοιχείων που συνέθεταν, ως τη δεδομένη αυτή χρονική στιγμή, την πραγματικότητά του. Αναστέλλει λοιπόν προσωρινά κάθε δραστηριότητά του, καταφεύγει στο εξοχικό σπίτι των γονιών του και προσπαθεί να αντιμετωπίσει με ποικίλους τρόπους την πάθησή του εξομολογείται τις σκέψεις του στον Μεγάλο Οτορόνγκο, την πέτρα την οποία ο ιδιόρρυθμος θείος Σίρο έχει αναγορεύσει σε θεότητα, αποκρυπτογραφεί τις συμπεριφορές του μυκητολόγου πατέρα του που παθιάζεται με τα μανιτάρια, οδηγεί τις αγελάδες ενός παιδικού φίλου του στον προορισμό τους και τελικά διαπιστώνει ότι το σώμα του απορρίπτει, με τον πρωτότυπο αυτόν τρόπο, την κοινωνία του θεάματος στην οποία βρίσκεται ποικιλοτρόπως εγκλωβισμένος.
Ο ήρωας είναι «παιδί-αγελάδα» (cow-boy) λοιπόν για δύο λόγους: αφενός επειδή η πάθησή του προσιδιάζει, κατά κάποιον τρόπο, στη διαδικασία του μηρυκασμού και αφετέρου επειδή εξαιτίας της ο ήρωας αναγκάζεται να «αναμηρυκάσει» τον ιδιωτικό και δημόσιο βίο του για να αναζητήσει την αρχή του κακού. Η θεραπευτικών προθέσεων αυτή ανασκόπηση επιτυγχάνει τον στόχο της διά της πλαγίας οδού. Απεικονίζει την κοινωνία του θεάματος στις πραγματικές διαστάσεις της, την περιγράφει ως κοινωνία εγκλεισμού και επιτήρησης, στα πρότυπα του πανοπτικού μοντέλου του Φουκό, και θέτει τον ήρωα, ως άνθρωπο και ως πολίτη, προ των ευθυνών του.
Ο Λαντέρι διαπιστώνει ότι εν αγνοία του και σε πείσμα της ιδεολογικής τοποθέτησής του είναι έγκλειστος σε μια ιδιότυπη φυλακή, όπου όλες οι κινήσεις του παρακολουθούνται, σύμφωνα με το πανοπτικό μοντέλο που εισηγήθηκε τον 19ο αιώνα ο Μπένταμ και από τον οποίον το δανείστηκε ο Φουκό. Η αποτελεσματική αυτή φυλακή στερεί από τον άνθρωπο το δικαίωμα της ιδιωτικότητας, τον καταδικάζει να βρίσκεται μονίμως στο επίκεντρο της προσοχής, επιτηρούμενος από αθέατους φύλακες και τον οδηγεί στην αυτολογοκρισία και στην ηθελημένη-αθέλητη συμμόρφωση με τους κανόνες του συστήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, φυλακή για τον Λαντέρι είναι η δημόσια εικόνα του, φύλακες το ίδιο το κοινό και οι συνάδελφοί του. Η διαφορά από το κλασικό σχήμα της τιμωρίας και του εγκλεισμού είναι ότι στο μυθιστόρημα του Σέρρα ο ήρωας αυτοεγκλωβίζεται, όταν αρνείται να ερμηνεύσει τις δομές του κόσμου που τον περιβάλλει και αρκείται στο ψευδοπλαίσιο ελευθερίας που του προσφέρουν τα Μέσα.
Ο συγγραφέας μιλάει για την απομόνωση και τον ατομικισμό, την παρέκκλιση και την τιμωρία, την εξουσία και τις μεθόδους της. Ο κομμουνιστής θείος Σίρο, με τις 15 Κάντιλακ και τις απέραντες φυτείες, που τις μετατρέπει σε κολχόζ και κολεκτίβες, υφίσταται τελικά την κλασική τιμωρία της εξουσίας, τον θάνατο. Το πλαίσιο στο οποίο κινείται επιτρέπει ακόμη την πρωτόγονη άσκησή της. Στην πολιτισμένη, δημοκρατική κοινωνία του ανιψιού όμως, η εξουσία σκοτώνει με πολύ πιο επιτηδευμένους και επιτήδειους τρόπους: διαλύει ανεπαισθήτως το μυαλό, την ψυχή, την καρδιά, τα πλέγματα σχέσεων και στη θέση τους βάζει πλέγματα εξουσίας. Ο Λαντέρι ζει πραγματικά ως τη στιγμή που
γίνεται το πρόσωπο της ημέρας, ο καθοδηγητής και ο πνευματικός ταγός, οπότε συμμορφώνεται με μια εικόνα που ο ίδιος δεν είχε επιλέξει όταν ρομαντικά ασχολήθηκε με την πολιτική. Κινούμενος ανάμεσα σε πανεπιστημιακούς που περιγράφουν μια πραγματικότητα με την οποία δεν έχουν επαφή, ποιητές που περιφέρουν την ανία και την εξουσία τους, τηλεθεατές που καραδοκούν να πετάξουν στις τίγρεις τους «αδυνάτους», έχοντας αποξενωθεί από τη γυναίκα και την κόρη του, από τους φίλους του, αρχίζει να ζει και πάλι πραγματικά μέσα από την πρόκληση, την υπονόμευση της δημόσιας εικόνας του και την τελική της αποδόμηση.
Ο Σέρρα σκιαγραφεί με μεγάλη επιδεξιότητα, καλή προαίρεση, διαύγεια αλλά και σαρκασμό τον ήρωά του, αποπειρώμενος να μας δώσει την αντικειμενική εικόνα μιας άλλης αλλοτρίωσης, όχι αυτής που προκαλούν αλλά που υφίστανται οι άνθρωποι των Μέσων. Επενδύει στη δυναμική των λέξεων ο καουμπόι της δημοσιογραφίας και στην πραγματικότητα παιδί-αγελάδα εμπιστευόμενος στις συνδηλώσεις και στον πρωτοπρόσωπο λόγο τη λειτουργία της απομυθοποίησης αλλά και τη χαρτογράφηση της εξουσίας. Χωρίς εντυπωσιακούς νεωτερισμούς και βαδίζοντας στην πεπατημένη του μυθιστορηματικού τρόπου, δημιουργεί μια καλοφτιαγμένη ιστορία, η οποία μπορεί κάλλιστα να λειτουργήσει και ως παραίνεση προς τον αναγνώστη, να ανατρέψει εκ βάθρων τις δομές μέσα στις οποίες κινείται.
Μετάφραση: Νίκος Κούρκουλος
Βήμα 01/10/2000