Για το μυθιστόρημα του Σέργιου Γκάκα,
Κάσκο (εκδ. Καστανιώτη)
Το πρώτο μυθιστόρημα του σκηνοθέτη Σέργιου Γκάκα είναι ένα αστυνομικό, νουάρ μυθιστόρημα με τον αινιγματικό τίτλο Κάσκο. Ο συγγραφέας αφηγείται μια πολύπτυχη ιστορία με φόνους και εξαφανίσεις η οποία διαδραματίζεται στη Θεσσαλονίκη. Ένας σαραντάρης δικηγόρος που πνίγει την αποτυχία και τις τύψεις του στο αλκοόλ μετατρέπεται σε ιδιωτικό ντετέκτιβ μετά τον θάνατο του συνεταίρου-προστάτη του για τα λεφτά και τα μάτια μιας όμορφης γυναίκας. Αρχίζει να ψάχνει έναν άντρα που έχει εξαφανιστεί πριν από πολλά χρόνια και, κατά τα φαινόμενα, έχει επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Δίνει έτσι την απαραίτητη ώθηση στον τροχό της νομοτέλειας, που κινούμενος αναδεύει το παρελθόν και επιτρέπει στα φαντάσματα και στους ίσκιους να ξεπροβάλλουν απειλητικά στην επιφάνεια. Ο Συμεών Πιερτζοβάνης λύνει εν τέλει το μυστήριο της εξαφάνισης, της επιστροφής και των συνεπειών τους. Δεν καταφέρνει όμως να σώσει απολύτως κανέναν από την προσωπική του κόλαση, ούτε καν τον ίδιο του τον εαυτό.
Ο Γκάκας γνωρίζει πολύ καλά τους κανόνες, τη γλώσσα και την εικονοποιία του νουάρ. Στην πραγματικότητα, γράφει και την ίδια στιγμή σκηνοθετεί μια ασπρόμαυρη ταινία με σαφείς αναφορές στα αρχετυπικά έργα του είδους. Ο πότης ντετέκτιβ, μια όμορφη γυναίκα και ένας χαμένος έρωτας, ένας μετέωρος πόθος, πολλαπλές ερμηνευτικές εκδοχές διαδοχικών εγκλημάτων με κοινό πολιτικό και ερωτικό παρονομαστή. Η πλοκή είναι σφιχτοδεμένη, ο ρυθμός νευρικός και μαζί παραδόξως αργόσυρτος και ο αναγνώστης δεν χάνει ούτε στιγμή τον μίτο της ιστορίας - σε αντίθεση με κάποια άλλα σύγχρονα νεοελληνικά αστυνομικά μυθιστορήματα που για να τα κατανοήσει κανείς πρέπει πρώτα να αναπαραγάγει το σχεδιάγραμμά τους.
Ενα σημαντικό επίτευγμα του συγγραφέα είναι η διαύγεια της ιστορίας του, παρά τη σύνθετη διακλάδωσή της, διαχρονική και συγχρονική. Ο Γκάκας διαπλέκει με εξαιρετική πραγματικά επιδεξιότητα και τρόπο απολύτως φυσικό τη σύγχρονη ελληνική ιστορία της τελευταίας πεντηκονταετίας στον καμβά της μυθοπλασίας του, την οποία διανθίζει με ισχυρές δόσεις πραγματικού. Ο εμφύλιος πόλεμος, οι αδυσώπητοι νικητές και η ανάδειξή τους σε οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, οι ηττημένοι, οι απώλειες και η αντίστασή τους, οι τυφλές δυνάμεις που κατασκάπτουν και σωριάζουν στο χώμα τα επιφαινόμενα της ισχύος και της ευτυχίας: η Ιστορία. Μια γυναίκα ερωτεύεται έναν άντρα, τον εγκαταλείπει και εν αγνοία της τον παραδίδει στα σκυλιά. Ένας άντρας φεύγει και για να σωθεί γίνεται κάποιος άλλος, αγνοώντας ότι εξαρχής ήταν έτσι κι αλλιώς κάποιος άλλος. Βεβηλωμένοι ή απαρνημένοι έρωτες και τα δύστηνα τέκνα τους: ο μύθος. Μια υγρή και σκοτεινή πόλη με πολλά μυστικά: το ντεκόρ. Μέσα στο οργανωμένο αυτό σχέδιο, που μοιάζει να αναπτύσσεται αυθόρμητα και αυτοσχεδιαστικά, ο Συμεών Πιερτζοβάνης, ευφυής, ήρεμος, σχετικά απαθής και εν τούτοις αποτελεσματικός, εντοπίζει όλα τα πρόσωπα του δράματος, ρίχνει φως στα γεγονότα, περισσότερο ίσως από όσο πρέπει, και βρίσκει μια άλλη άκρη από αυτή που του ζητήθηκε για την εξιχνίαση του μυστηρίου.
Ένα στοιχείο της πλοκής αξιοσημείωτο, το οποίο λειτουργεί ως ντεκόρ ενώ στην ουσία αποτελεί έναν από τους κινητήριους μοχλούς της δράσης και μαζί ένα σχόλιο της μυθοπλασίας και της αφηγηματολογίας, είναι το τσίρκο. Το τσίρκο στο Κάσκο είναι ο τρόπος με τον οποίο ο χαμένος εραστής αλλάζει πρόσωπο και ζωή, είναι το ντεκόρ της αποκάλυψης, αλλά και κάτι παραπάνω. Είναι ο πυρήνας της προβληματικής του συγγραφέα, όπως φαίνεται από τον εναρκτήριο, σκοτεινό μονόλογο, μιας προβληματικής που υπερβαίνει το νουάρ και εξακτινώνεται σε μια εναγώνια αναζήτηση ενότητας και ταυτότητας. Ο Γκάκας ρίχνει τους προβολείς στα ακροβατικά με τα άλογα, που καλούνται να παραστήσουν με την κίνησή τους την τιμωρία, όπως την κάνει πράξη ο αναβάτης και οδηγός τους, που βιώνει το δράμα μιας επιβεβλημένης ετερότητας. Και οι εικόνες του, πολύ δυνατές, θυμίζουν
το τσίρκο του Σερά και του Μαξ Πεχστάιν αλλά και τις άγρια θλιμμένες εικόνες του Βέντερς.
Ο Γκάκας ελέγχει απολύτως το υλικό του και κρατά τον αναγνώστη σε αγωνία με την αληθοφάνεια των εναλλασσόμενων εκδοχών, ενώ την ίδια στιγμή χειρίζεται παιγνιωδώς την άρτια κατασκευή του. Οι ήρωές του δανείζονται ατάκες και ενίοτε παρελθόν από άλλους ήρωες, όχι αναγκαστικά της αστυνομικής λογοτεχνίας, οι πόλεις δανείζονται και αυτές με τη σειρά τους στέκια και σημεία αναφοράς από άλλες πόλεις, υπαρκτά πρόσωπα δίνουν στο παρόν επινοημένες καταστάσεις και υπαρκτοί χώροι μεταμφιέζονται και μετατοπίζονται σε μια φανταστική, νέα χωροταξική διάταξη. Και το αστυνομικό του μυθιστόρημα, τόσο κλασικό εκ πρώτης όψεως, αποτελεί στην ουσία ένα εξαιρετικό δείγμα του νέου αστυνομικού μυθιστορήματος που κατάφερε επιτέλους να προσδώσει στην αστυνομική λογοτεχνία το κύρος που επί δεκαετίες της αρνούνταν η κριτική. Θα λέγαμε μάλιστα ότι ο φωτισμός της πόλης, η ενεργητική της παρουσία, ο υφέρπων ρομαντισμός, η πολιτική διάσταση μαζί με την εμπνευσμένη πλοκή καταδεικνύουν τις εκλεκτικές συγγένειες του Κάσκο με έναν μεγάλο του γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος, τον Ζαν-Κλοντ Ιζό. Ένα εντυπωσιακό ξεκίνημα που ελπίζουμε να έχει ανάλογη συνέχεια.
Βήμα 22/09/2002