Για τη συλλογή διηγημάτων του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη,
Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες
(φιλολογική επιμέλεια - επιλεγόμενα: Νίκος Σαραντάκος. Εκδ. Ερατώ)
Τα τελευταία χρόνια, ο αυτόχειρας ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944), γιος στρατηγού και υπουργού, ομοφυλόφιλος και φιλοκομμουνιστής, «ουαλδιστής», αισθητής και παρακμίας, περιέρχεται και πάλι, ωσεί παρών, τους δρόμους και τις γειτονιές της Αθήνας από το Φάληρο όπου συχνά καταφεύγουν οι αυτοκτόνοι ήρωές του, ώς τα καπηλειά στις φτωχογειτονιές με τους μπανιταρτζήδες-πορτοφολάδες που τρώνε αντάμα με τους διώκτες τους, κι από τα Εξάρχεια όπου έζησε και πέθανε ώς το Ζάππειο, τη Συγγρού, το Μοναστηράκι και την Ομόνοια. Εκεί κύλησε η ζωή του όπως την περιγράφει στην αυτοβιογραφία του και περνάει σήμερα στο θέατρο, ενώ τα ποιήματά του πλημμυρίζουν το Διαδίκτυο και γίνονται τραγούδια. Αυτούς τους δρόμους και τις γειτονιές ζωντάνεψε και στα διηγήματά του, σκορπισμένα στα περιοδικά του μεσοπολέμου, και στις νουβέλες του, τις δημοσιευμένες σε συνέχειες, που επανεκδίδονται τον τελευταίο καιρό (ξεκίνησε ο Γιάννης Παπακώστας με το «Τάμα της Ανθούλας» και ακολούθησε ο Νίκος Σαραντάκος με το «Κάπου περνούσε μια φωνή»).
Δουλεύοντας πάντα πολύ συστηματικά αλλά όχι πια αθόρυβα, αφού το ιστολόγιό του έχει γίνει σημείο αναφοράς για τους ενδιαφερόμενους για τη νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία, ο Νίκος Σαραντάκος εκδίδει από το 2011 τα διηγήματα του Λαπαθιώτη και έχει φτάσει αισίως στον β΄ τόμο, «Ο μυστηριώδης φίλος και άλλες ιστορίες» (στις πολύ καλές εκδόσεις Ερατώ που επιμένουν σε πείσμα των καιρών), στα κείμενα της ωριμότητάς του, δημοσιευμένα από το 1924 ώς το 1929. Ο μυστηριώδης φίλος του τίτλου δεν είναι άλλος φυσικά από τον θάνατο, που τιτλοφορεί ευθέως άλλο διήγημα, «Ο θάνατος», πλάι στον «Πεθαμένο» και τον «Βρικόλακα», αλλά και το συνδηλωτικό «Πριν έρθει το σκοτάδι και για πάντα» και σε τόσα άλλα με τίτλους διαφορετικούς. Ξαναγράφοντας παλαιότερα διηγήματά του, όπως ξανάγραφε και κείμενα άλλων στα παστίς του, ο Λαπαθιώτης επιστρέφει διαρκώς στη θεματική του ανολοκλήρωτου, της ματαίωσης, αλλά και της εύθραυστης καλλονής και αγαθότητας, που είναι πάντα εκτεθειμένες σε δυνάμεις υπέρτερες και απειλητικές. Λεπτή θλίψη, φράσεις που δομούνται σαν στίχοι, θεατρικοί διάλογοι και ιστορίες αγκιστρωμένες στην πιο απτή καθημερινότητα από την οποία και απογειώνονται, νεορομαντισμός και μαζί ιδιότυπος ρεαλισμός, που χωνεύει στις παρυφές του και στα πάθη, με τη διπλή σημασία της λέξης, τόσο τον νατουραλισμό όσο και το φανταστικό. Πώς μπορεί μια γυναίκα να ζηλεύει τους λεμονανθούς; Πώς μια γυναίκα οδηγεί τον έναν από τους δύο φίλους στον θάνατο για να μη χαλάσει η φιλία; Μπορεί κανείς να φάει την καρδιά ενός πικραγαπημένου πνιγμένου μαζί με
τα ψάρια της θάλασσας; Πώς φέρνουνε τα πράγματα τα ονόματα κι ο γιος του Σατανά την τρέλα;
Τα διηγήματα του Λαπαθιώτη είναι βιωματικά, υπό την έννοια ότι το βίωμα περιλαμβάνει και την τέχνη, και άμεσα, στοχεύουν με τη μία την καρδιά και προκαλούν μια λεπτή συγκίνηση, καθώς δείχνουν, με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο, τον πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων. Μαζί και τον πόνο του ποιητή, που αγαπούσε πολύ τους μύθους και τα παραμύθια και σε ένα τέτοιο μιλάει με τον καλύτερο τρόπο για το πώς βίωνε τη διαφορετικότητά του, έως ότου φύτεψε μια σφαίρα στην καρδιά του. Ιστορεί λοιπόν σε ένα νεανικό του διήγημα (1908) πώς ένα λευκό ευωδιαστό τριαντάφυλλο έπεσε στα πράσινα, στεκάμενα νερά ενός βάλτου, το κατασπάραξαν οι βάτραχοι και η ψυχούλα του, στο άπειρο πια, ρωτάει ένα λευκό αγγελάκι: «Όλα στον κόσμο με κατέτρεξαν γιατί δεν τους έμοιαζα· τι τους έκαμα εγώ, τι έκαμα εγώ, το ταπεινό και αθώο, να με τυραννούνε και να με σκοτώνουν;» Και το αγγελούδι του απάντησε: «Ήσουν τριαντάφυλλο». Τα απριλιάτικα τριαντάφυλλα όμως, όπως φαίνεται, είναι παντοτινά.
Καθημερινή 03-11-2013