Για το μυθιστόρημα του Ζαν Εσενόζ,
Οι ψηλές Ξανθιές (εκδ. Πόλις)
Ο Ζαν Εσενόζ αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στα γαλλικά γράμματα και με κάθε νέο βιβλίο του εδώ και μια εικοσιπενταετία ανατρέπει τα δεδομένα του σύγχρονου μυθιστορήματος. Επηρεασμένος από το nouveau roman, προβαίνει εξαρχής σε ρηξικέλευθες θεματικές, αφηγηματολογικές και υφολογικές επιλογές οι οποίες θα του χαρίσουν πολλά βραβεία - από το Medicis για το Cherokee και τοGoncourt για το Φεύγω(στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις επίσης) ως το Novembreγια το ανά χείρας έβδομο μυθιστόρημά του. Και εξαιτίας των οποίων το έργο του θα θεωρηθεί μεταμοντερνιστικό υπόδειγμα και θα μελετηθεί υπό το φως των θεωριών του Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ - η Λίμνηκυρίως, το μυθιστόρημα με το οποίο o Εσενόζ έγινε γνωστός στην Ελλάδα (εκδόσεις Καστανιώτη). Ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του ως σκεπτικιστή, ο οποίος γράφει «γεωγραφικά μυθιστορήματα, με την ίδια λογική που κάποιοι άλλοι γράφουν ιστορικά μυθιστορήματα». Οι Ψηλές ξανθιές είναι λοιπόν ένα γεωγραφικό μυθιστόρημα με δύο άξονες: έναν οριζόντιο, τη νοητή γραμμή της καταδίωξης της Γκλουάρ Αμπγκρέηλ (άλλως Γκλόρια Στέλλα), η οποία είναι μια ψηλή ξανθιά, ανά την υφήλιο· και έναν κάθετο, τον άξονα του κενού και της αβύσσου, όπου η ίδια ξανθιά αρέσκεται να εκσφενδονίζει όσους την ενοχλούν. Διάττοντας αστέρας της μουσικής σκηνής, η Γκλουάρ έχει χαθεί από προσώπου γης αφού εξέτισε τετραετή ποινή για τη δολοφονία του εραστή και ατζέντη της. Ένας τηλεοπτικός παραγωγός που αποφασίζει να κάνει μια σειρά για τις ψηλές ξανθιές την αναζητεί εναγωνίως προκειμένου να αυξήσει την τηλεθέαση της εκπομπής του. Κινητικό, σπινταριστό για την ακρίβεια, το κείμενο διατρέχει εναλλάξ τους δύο άξονες ανοίγοντας οδούς και παρακλάδια που θα το καταστήσουν προσιτό σε ένα όσο το δυνατόν πιο ευρύ κοινό, χωρίς να απολέσει ωστόσο την πειραματική του πολυτέλεια.
Η Γκλόρια Στέλλα κρύβεται και στο κατόπι της έχουν ριχθεί πολλοί και διάφοροι ντετέκτιβ. Άλλοι πέφτουν υπέρ βωμών και εστιών αλλά διασώζονται κατά τύχη και άλλοι με την παρέμβαση του από μηχανής θεού, ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση έχει ύψος 30 πόντους, ονομάζεται Μπελιάρ, στέκεται στον ώμο της Γκλουάρ και μόνο αυτή τον βλέπει. Στην πορεία της καταδίωξης η Γκλουάρ κάνει λαθρεμπόριο, πετάει με υπεράνθρωπη δύναμη και συνεπικουρούμενη από τον Μπελιάρ καμπόσους άντρες στο κενό ή μάλλον στο νερό· και στο τέλος βρίσκεται και η ίδια μετέωρη, αιωρούμενη αλλά ευτυχής, αφού έχει βρει επιτέλους τον έρωτα, τον οποίο αναζητούν ποικιλοτρόπως όλοι ανεξαιρέτως οι ήρωες του μυθιστορήματος.
Πάνω στην ιστορία της αναζήτησης της συγκεκριμένης ξανθιάς και δι' αυτής του νοήματος της ξανθότητας ο Εσενόζ στήνει ένα περιδινούμενο κείμενο που αγκιστρώνεται στη λέξη καθώς προσπαθεί να γλιτώσει από τον ίλιγγο της συστηματικής ανατροπής όλων των συμβάσεων και σχημάτων. Ρεαλιστικό κατ' αρχάς, πραγματεύεται τον αντίκτυπο των ΜΜΕ στις κοινωνικές δομές και στην ατομική συγκρότηση, αλλά και τις πρακτικές του λαθρεμπορίου επίσης. Σουρεαλιστικό την ίδια στιγμή, δημιουργεί διάσπαρτες νησίδες φανταστικού στην οιονεί ρεαλιστική αφήγηση, πυριτιδαποθήκες της γραμμικότητας και της ευκολίας. Η λέξη, όμως, η τελευταία σανίδα σωτηρίας, τινάζεται επίσης στον αέρα. Η σημασιολογική της σκευή εμπλουτίζεται θριαμβευτικά όσο και αυθαίρετα και η λέξη καταλήγει να συμμετέχει άκουσα στην κατασκευή καινοφανών σχημάτων, που υπονομεύουν τη σοβαροφάνεια της λογοτεχνίας - και όχι μόνο.
Επιδιδόμενος σε αιρετικές ασκήσεις ύφους ο Εσενόζ επινοεί έναν πολύ
αποτελεσματικό κώδικα αποστασιοποίησης που στηρίζεται στη λεπταίσθητη ειρωνεία και στην ανεπαίσθητη διά του σαρκασμού αποδόμηση. Και τον κώδικα αυτόν τον εφαρμόζει πρώτα και κύρια στην ίδια τη γραφή του. Ερωτοτροπεί με τα λαϊκά αναγνώσματα και την αστυνομική λογοτεχνία ευρείας κατανάλωσης, χρησιμοποιεί με εξαιρετική ευχέρεια τη ρητορική του κινηματογράφου, συνομιλεί παιγνιωδώς με τα μυθιστορηματικά ή κινηματογραφικά πρότυπά του - χρησιμοποιώντας το «κατακυρωμένο» στην Τροποποίηση του Μπυτόρ δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο λ.χ. στην αρχή κιόλας του κειμένου του ή παραπέμποντας στις ταινίες του Χίτσκοκ. Χρησιμοποιεί τη σύνταξη ως όχημα για την αποδιάρθρωση των αφηγηματικών δομών, ενώ οι λέξεις δημιουργούν τις πλέον παράδοξες συνάψεις και, χρωματιζόμενες ή αποχρωματιζόμενες, λειτουργούν συνθηματολογικά, με όρους της διαφήμισης. Ο αναγνώστης μπαίνει και βγαίνει στο παιχνίδι διαρκώς, ο συγγραφέας απευθύνεται σε αυτόν, τον εμπλέκει στα γεγονότα, για να τον αποπέμψει σε λίγο κοροϊδευτικά: Είστε ο Πολ Σαλβαντόρ (...) αλλά εσείς δεν είστε ο Πολ Σαλβαντόρ.
Όλα αυτά τα απολαυστικά παιχνίδια, όμως, ο έλληνας αναγνώστης δεν θα μπορούσε να τα γευθεί χωρίς τη διαμεσολάβηση της εξαιρετικής μετάφρασης του Αχιλλέα Κυριακίδη· δουλεμένη με μεθόδους ανάλογες με αυτές του Εσενόζ, παρακολουθεί τις μετρικές και ρυθμικές ακροβασίες του πρωτοτύπου και αναδεικνύει εν τέλει την πολυσημία και τη μαγεία της νέας ελληνικής.
Μετάφραση-Επίμετρο: Αχιλλέας Κυριακίδης
Βήμα 06/10/2002