Για τα μυθιστορήματα του Dan Franck,
Οι Μποέμ (εκδ. Ψυχογιός)
Ξαπλωμένο γυμνό (εκδ. Μπουκουμάνης)
Γνωρίσαμε τον Νταν Φρανκ προ οκταετίας με τον Χωρισμό (Ωκεανίδα, 1992), το πολυδιαβασμένο μυθιστόρημά του που τιμήθηκε με το βραβείο Ρενοντό το 1991. Στα νέα βιβλία του, τους Μποέμ και το Ξαπλωμένο γυμνό, ασχολείται με τη γέννηση της σύγχρονης τέχνης τις τρεις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας στο Παρίσι. Στο Παρίσι που ήταν, κατά τη Γερτρούδη Στάιν, «ο 20ός αιώνας», μια πόλη ανοιχτή και ανεκτική, μια πόλη-χοάνη, στην οποία οι εθνότητες και τα ρεύματα συναιρέθηκαν με τον πιο γόνιμο τρόπο για να ανοίξουν νέους δρόμους στην εικαστική, μουσική και λογοτεχνική δημιουργία. Οι Μποέμ είναι ένα χρονικό που καταγράφει το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν τα διάφορα ρεύματα, σκιαγραφεί τους πρωταγωνιστές σε αυτό το «κινητό πανηγύρι», για να θυμηθούμε τον Χέμινγκγουεϊ, με τον τρόπο σχεδόν του αυτόπτη μάρτυρα. Ο Φρανκ δεν ασχολήθηκε με την εποχή και τα πρόσωπα από τη σκοπιά του κριτικού ή του ιστορικού της τέχνης· με τους μποέμ τον συνδέει μια εκλεκτική συγγένεια η οποία με τη συγκεκριμένη γνώση έχει μετατραπεί σε πάθος που σφραγίζει αμφότερα τα έργα του. Οι Μποέμ είναι ένα κείμενο κυβιστικό, ένα κολάζ προσώπων, ρευμάτων, τεχνικών, πινάκων, στίχων και γλυπτών. Το μυθιστόρημα είναι η λεπτομέρεια της πορείας αυτής, μεγεθυσμένη, δοσμένη με τα άγρια, πλακάτα χρώματα του φοβισμού, ένας άλλος κώδικας ανάγνωσης των πραγμάτων.
Τις τρεις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας τέσσερα τουλάχιστον μείζονα κινήματα ανέτρεψαν την παράδοση στις καλές τέχνες και στη λογοτεχνία. Αρχικά ο φοβισμός και ο κυβισμός απελευθέρωσαν την τέχνη από την αναπαραστασιακή διάσταση και πρόθεσή της· οι φοβιστές προσέδωσαν στο χρώμα αυτόνομη υπόσταση και οι κυβιστές αποδιάρθρωσαν τις φόρμες. Χρονολογικά πρώτος ο φοβισμός θα συνυπάρξει επί μακρόν με τον κυβισμό με τον ίδιο τρόπο που ο κυβισμός θα συνυπάρξει με το νταντά και κυρίως με τον σουρεαλισμό που τον διαδέχθηκε και πρόβαλλε ως μόνη αλήθεια το εξωλογικό στοιχείο του κόσμου και της ψυχής. Τη δεκαετία του '30 το πανηγύρι θα αρχίσει να διαλύεται: ο θάνατος του Ζυλ Πασκέν, του τελευταίου μποέμ, που αυτοκτονεί από έρωτα, κλείνει συμβολικά μια εποχή.
Ο Φρανκ προσεγγίζει αυτή την εκπληκτική και μοναδική συγκυρία, το «θαύμα» της γέννησης της σύγχρονης τέχνης, προσπαθώντας ίσως να
το ανακαλέσει σε μια εποχή και μια πραγματικότητα που ελάχιστα προσφέρονται για ανάλογες εμπειρίες. Στους Μποέμαν απαριστά την εποχή με τρόπο θεατρικό: σκηνή και σκηνικό το Παρίσι, πρωταγωνιστές όλοι οι καλλιτέχνες και λογοτέχνες, κάθε εθνικότητας και θρησκείας, που συνυπήρξαν δημιουργικά επί μια τριακονταετία. Ενότητα χώρου, χρόνου και δράσης. Στέκι τους αρχικά η Μονμάρτρη και το Μονπαρνάς. Ο Σηκουάνας χωρίζει τους εικαστικούς από τους ποιητές ή τις διάφορες παρέες μεταξύ τους ή τις διαφορετικές φάσεις των διαφόρων κινημάτων. Πολλοί καλλιτέχνες, όπως ο Πικάσο, θα πηγαινοέρχονται στις δύο όχθες. Τα καφέ και τα μπιστρό Λαπέν Αζίλ, Ροτόντα, Ντομ, Κουπόλ, Κλοζερί ντε Λιλά, Σερτά αποτελούν το καταφύγιο και το γενικό επιτελείο των μποέμ, είναι αναπόσπαστο κομμάτι του μύθου τους. Οι καλλιτέχνες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, κρυώνουν και πεινάνε, μένουν σε κοινόβια σαν το Μπατό-Λαβουάρ ή τη Ρις, σε παγωμένα σπίτια ή και στον δρόμο μερικές φορές. Στα καφέ τρώνε, ζεσταίνονται, πλένονται ειδικά στη διάρκεια του πολέμου και φυσικά οργανώνονται με τους φίλους τους. Κάποιοι πληρώνουν το τίμημα των επιλογών τους, όπως ο Μπρετόν στα πρώτα του βήματα, οι περισσότεροι όμως είναι φτωχοί ή ξένοι· γίνονται μια μεγάλη παρέα που χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερη εκείνη συντροφικότητα, ένα κράμα αλληλεγγύης και ανταγωνισμού. Είναι οι φοβιστές, ο Φλαμανδός Βλαμένκ, ο Ολλανδός Βαν Ντόνγκεν, ο Ρουό, ο πατριάρχης του κινήματος, ο Ματίς· οι κυβιστές, ο Ισπανός Γκρις, ο Λεζέ, ο Μέτσινγκερ, ο Ντερέν, ο Μαρκουσίς, ο Ντελονέ με τον ορφισμό του, ο Λοράνς, οι Ρώσοι Ζάντκιν και Αρσιπένκο και αδιαμφισβήτητοι αρχηγοί του κινήματος ο Νορμανδός Μπρακ (με τους «μικρούς κύβους» του, όπως σχολίαζε ο Ματίς) και ο Πικάσο. Τους πλαισιώνουν πολλοί ποιητές: ο Φορ, ο Σαντράρ, ο Μαξ Ζακόμπ και ο θεωρητικός του κυβισμού Απολινέρ. Έπειτα είναι η αμερικανική παροικία: η Σίλβια Μπιτς, οι Στάιν, ο Χέμινγκγουεϊ. Μετά τον πόλεμο εμφανίζονται οι νέοι: Μπρετόν, Σουπό, Αραγκόν, Ελυάρ, Ντεσνός, Περέ, Πρεβέρ αλλά και Νταλί, Μιρό, Πικαμπιά, Μπουνιουέλ, Τιάλ και Τιριόν. Και διάφορες γυναίκες, μοντέλα, ερωμένες, σύζυγοι, οι «γυναικούλες» του Πασκέν, οι πλούσιες Αμερικανίδες σαν τη Χέιστινγκς του Μοντιλιάνι ή την Κιούναρντ του Αραγκόν, καλλιτέχνες σαν τη Μαρί Λορανσέν ή τη Στάιν, η Κικί, η ψυχή του Μονπαρνάς, τις οποίες οι καλλιτέχνες λατρεύουν χωρίς να τις αποδέχονται πλήρως στον ζωτικό χώρο της δημιουργίας τους.
Οι Μποέμ αποτυπώνουν βήμα προς βήμα τις ωδίνες της νέας αισθητικής· το Ξαπλωμένο γυμνό ανατέμνει τις πληγές των μεγάλων και ιδιόρρυθμων καλλιτεχνών που την επεξεργάστηκαν, τα απωθημένα, τα κενά, τις αποσιωπήσεις τους, που οδήγησαν μετά τον πόλεμο άλλους στον θάνατο, άλλους στην απομόνωση, άλλους σε έναν ιδιότυπο νεοπλουτισμό και άλλους στην τρέλα. Δημιουργώντας ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο ολοζώντανο, τον Ρώσο Λεφ Κορόβιν, αμάλγαμα πολλών και διάφορων καλλιτεχνών, ο Φρανκ μιλάει για τον πόλεμο, την εγγύτητα του θανάτου, τις ρωγμές που το πεδίο της μάχης άνοιξε στις ψυχές και στην τέχνη τους. Αφηγείται την ιστορία ενός ζωγράφου που δεν μπορεί να ζωγραφίσει μετά τον τραυματισμό του και τον θάνατο του φίλου του, σκιτσάρει τα πορνεία στις δύο όχθες, μιλάει για τους διωκόμενους Εβραίους και τον χασιδικό νόμο, για την αστυνομικών διαστάσεων αναζήτηση μιας γυναίκας που φέρνει μαζί της τη διάψευση και τη λύτρωση. Συνδυάζοντας με δεξιοτεχνία το μυθιστορηματικό με το ιστορικό στοιχείο ο συγγραφέας ανιχνεύει τους άλλους τόπους, τις μυρωδιές, τις γεύσεις, τον πόνο, που έρχονται από αλλού και από παλιά και σκάβουν τα σωθικά του Κορόβιν και όλων των καλλιτεχνών.
Κάποιες αβλεψίες στην απόδοση τίτλων στους Μποέμ (ο Αραγκόν έχει γράψει τους Κομμουνιστές, στον πληθυντικό, λ.χ., και ο τίτλος του πρόσφατου έργου του Ντεσαντί είναι Aragonautes και όχι Αργοναύτες) ή ονομάτων στο Ξαπλωμένο γυμνό (π.χ., Πασκέν και όχι Πάσιν) είναι αμελητέες μπροστά στην τεράστια προσπάθεια που οι δύο μεταφράστριες κατέβαλαν για να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις πολλαπλές δυσχέρειες των κειμένων.
Μετάφραση κατά σειρά βιβλίων: Ρένα Χατχούτ, Βασιλική Κοκκίνου
Βήμα 31/12/2000